αυερύω

αὐερύω (Α)
1. ανασύρω, τραβώ προς τα πίσω
2. (για θυσίες) τραβώ το κεφάλι του θύματος προς τα πίσω για να το σφάξω
3. (για βδέλλες) απομυζώ, ρουφάω.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο αιολικός τ. αυερύω < *αF-Fερύω < *αν-Fερύω (με αφομοίωση του -F-) < *ανα-Fερύω, με αποκοπή της προθέσεως ανά (βλ. και λ. ερύω)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αὐερύω — draw back pres subj act 1st sg αὐερύω draw back pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐερύοντα — αὐερύω draw back pres part act neut nom/voc/acc pl αὐερύω draw back pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐερύοντι — αὐερύω draw back pres part act masc/neut dat sg αὐερύω draw back pres ind act 3rd pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐερύσαι — αὐερύω draw back aor inf act αὐερύσαῑ , αὐερύω draw back aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐερύσω — αὐερύω draw back aor ind mid 2nd sg αὐερύω draw back aor subj act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐέρυον — αὐερύω draw back imperf ind act 3rd pl αὐερύω draw back imperf ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐερύειν — αὐερύω draw back pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐερύοντες — αὐερύω draw back pres part act masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐερύουσα — αὐερύω draw back pres part act fem nom/voc sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐερύσαντες — αὐερύω draw back aor part act masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.